Το τηλέφωνο χάλασε. Πνίγηκε στα δάκρυα, λούστηκε στον κρύο ιδρώτα. Οι αριθμοί σβήστηκαν από τα πλήκτρα.
Θυμάσαι; Είχαμε βάλει στοίχημα για το αν θα άντεχα. Ότι δε θα άντεχα είχες πει κι είδες το ανθρώπινο σώμα να υψώνεται και να εκτίθεται στη λύσσα του ανέμου, κοντεύοντας να κομματιαστεί… Μα αυτό τεντώθηκε ακόμη παραπάνω, όρθωσε σύσσωμο τον άνθρωπο που έκρυβε μέσα του και απελευθέρωσε την τρομακτική ανθρωπινή του δύναμή. Κι είδες ένα σωρό μαλακό πηλό να ψήνεται στον ήλιο και να σκληραίνει. Χαχα, θυμάσαι; Είχα αντέξει.
Κι έπειτα ξαναβάλαμε στοίχημα, κι εκείνη τη φορά, στα σίγουρα πια, είπες ότι θα αντέξω, στοιχημάτισες πως δε θα λυγούσα. Κι είδες το ανθρώπινο σώμα να φτάνει στο ύστατό του σημείο και να τσακίζεται, να σπάζει σαν οδοντογλυφίδα· τότε είδες τον σωρό από πηλό να θρυψαλιάζεται και να σκορπάει στο τοπίο. Αλήθεια, θυμάσαι; Είχες έρθει και άγγιξες το αίμα μου, λούστηκες μ’ αυτό, το νόθευσες με τα δάκρυα σου.
Κι έπειτα έφυγες. Ένιψες προσεχτικά τα χέρια σου κι έφυγες. Δεν προσπάθησες να με ξαναενώσεις… Χαχαχα, θυμάσαι;
Αλήθεια, έχουμε καιρό να βάλουμε στοίχημα… Να παίξουμε τις ζωές μας στη ρώσικη ρουλέτα για μια ακόμη φορά… Να φρενιάσουμε ζώντας την αγωνία της κάνης στο μέτωπο, νιώθοντας τα μελίγγια μας φουσκωμένα με αίμα. Έχουμε στ’ αλήθεια καιρό να ακούσουμε αυτό το κλικ της σκανδάλης γελώντας σαδιστικά και μισοτρελαμένα. Να πεθάνουμε ξανά γιατί νομίσαμε πως έχει πλάκα, γιατί κάποτε το βρήκαμε αστείο. Χάλασε βλέπεις το τηλέφωνο, πνίγηκε στα δάκρυα... Και η βλάβη ήταν οριστική…
Ναι, θυμάσαι… Σίγουρα θυμάσαι τότε που παίξαμε χαλασμένο τηλέφωνο παραποιώντας το μήνυμα της αγάπης… Κι ήταν πνιγμένο στο αίμα, νοθευμένο με δάκρυα... Και τα συναισθήματα, χαχα, και αυτά τα θυμάσαι. Δε σβήστηκαν, δεν μπορεί να σβήστηκαν. Ώστε, λοιπόν, σίγουρα θυμάσαι. Δεν ξέχασες. Χαχα, δεν μπορεί να ξέχασες…
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου